Οι ιστορίες της Κυριακής

Του Μανώλη Νικόλτσιου

Κυριακή είναι τα ξεραμένα ψίχουλα στην τσέπη του μπουφάν σου˙ να σου θυμίζουν μέρα μεσημέρι Τετάρτης την ημέρα του Κυρίου, όταν λαίμαργα, πριν απ’ το σχόλασμα, μπορούσες να φας τα πάντα, ακόμα και υπολείμματα από αντίδωρο που κάποτε, άγνωστο ποια Κυριακή, είχες βάλει να φυλάξεις στην τσέπη σου.

Ξεγελούσες έτσι την πείνα σου όσο, γυρνώντας με τα πόδια απ’ το σχολείο, έχανες χρόνο τρίβοντας επίτηδες τη σόλα των από δεύτερο χέρι αθλητικών, που ήθελες πιο γρήγορα απ’ όσο βάσταγε το καουτσούκ τους να αντικαταστήσεις. Ένιωθες μικρός Θεός, βγάζοντας λόγους σε πλήθη συμμαθητών σου που έπαιρναν άλλους δρόμους από σένα και έμενε στο τέλος μόνο ο εαυτός σου να χορτάσεις. Χιλιάδες ψίχουλα πολλαπλασιασμένα μόνο για το δικό σου στομάχι.

Η μάνα σου σε περίμενε στην πόρτα. Πρώτα σου ‘βαζε τις φωνές που ‘χες αργήσει κι ύστερα, ανακουφισμένη, σε κάθιζε στο τραπέζι όπου οι άλλοι σε κοιτούσαν με μάτι άγριο απ’ την πείνα και την αναμονή. Για να σε συγχωρέσουν, στα γρήγορα, πριν σε καταλάβουν, μετέτρεπες το νερό της κανάτας σε κρασί και όλοι πίνανε απ’ αυτό και ευφαραίνονταν και ξεχνούσαν πως τους έκανες να περιμένουν και τους φαινόταν το κρύο κρέας το πιο νόστιμο. Πίνανε όλοι εκτός από σένα, ήσουν μικρός, δεν είχες γίνει, ακόμη, ούτε έξι.

Μεγάλωσες.

Τα Σάββατα πρέπει να είναι βροχερά και οι Κυριακές ηλιόλουστες, επαναλαμβάνεις. Ντύθηκες η ατάκα σου και τα Σάββατα χώνεσαι στα παπλώματα και περιμένεις το φως της Κυριακής να σε ξυπνήσει, και ξύπνιος να κάνεις τη χαρά σου μέρα.

Γίναν οι Κυριακές η δικιά σου μονάδα μέτρησης του χρόνου. Οι Κυριακές που σε βρήκαν με παρέα στο κρεβάτι και οι Κυριακές που πήρες τους δρόμους και δεν χρειαζόταν πια να τρίβεις τα παπούτσια σου. Και φοβήθηκες, μη γίνει το μέτρημα αρνητικό, οι Κυριακές που δεν τις χόρτασες ή οι Κυριακές που περίσσεψε το σκοτάδι˙ και ο φόβος σου να μη χαθεί αυτή η μέρα μεγάλωνε, μήπως και χρειαστεί να βρούμε άλλη λέξη να λέμε πλέον τη «βδομάδα».

Την Κυριακή, όμως, θα την έβρισκες πάντα εκεί στην τσέπη σου, κι αν τα ψίχουλα σώνονταν καμιά φορά ή δεν αρκούσαν, με λίγο ξήλωμα της φόδρας θα τα κατάφερνες και πάλι. Πότε με κανένα κλειδί, άλλοτε πάλι με το νύχι σου, θα ‘ξερες πως στο βάθος του μπουφάν σου παραμόνευε λίγο από το φως της.

Μεγάλωσες κι άλλο. Αστείος μοιάζεις που φοράς πάνω από τα ακριβά σακάκια και τις σοβαρές γραβάτες, εκείνο το μουσταρδί σου μπουφάν. Ποζάρεις σαν στριμωγμένος να ‘σαι, και το χέρι όλο κρατάς στην τσέπη. Μέσα εκεί, σκαλίζεις, έχεις ξηλώσει τη φόδρα, σίγουρα δεν θα σε ζόρισαν οι παλιές κλωστές. Το νύχι σου επίμονα θα ‘κανε κύκλους μέχρι να βρει την τρύπα.

Τώρα χορταίνεις από την Κυριακή που ‘χει ποτίσει στην επένδυση από συνθετικό βαμβάκι, και σκάβοντας σκάβοντας έχει λεκιάσει με αίμα η τσέπη. Είναι το νύχι σου που μάτωσε από το ξήλωμα ή είναι η πληγή της τσέπης που την εξαντλείς;

Το αίμα βρίσκει στις γωνιές τα ξεραμένα κομμάτια του ψωμιού και τα μουσκεύει. Είναι, πάλι, η μέρα του Κυρίου και είναι τώρα το ίδιο το Δώρο αυτό που έχεις στην τσέπη σου.

© Εφημερίδα Καθημερινή, Περιοδικό Κ, Κυριακή 06.9.2020

k magazine 1.jpg